Η ιστορία ενός Ινδιάνου

Το 1854, ο Ινδιάνος αρχηγός Σητλ, έγραψε μία επιστολή, απάντηση προς την Ουάσιγκτον, που του ζητούσε να πουλήσει τη γη της φυλής του, στους λευκούς. Η επιστολή αυτή αποτελεί ένα από τα κορυφαία κείμενα για την αξία και την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος.

Παρότι πέρασαν πολλές δεκαετίες, εξακολουθεί να θεωρείται σημείο αναφοράς. Αυτό που με πολύ απλά λόγια είπε ο Ινδιάνος, ότι δηλαδή δε μπορεί να πουλήσει τη γη γιατί ανήκει στις επόμενες γενιές, σήμερα γίνεται συνείδηση της ανθρωπότητας και μέρος των πολιτικών των Ευρωπαϊκών χωρών.

« Πού είναι το πυκνό δάσος; Εξαφανίστηκε.

Πού είναι ο αετός; Εξαφανίστηκε! Έτσι τελειώνει η ζωή και αρχίζει η επιβίωση......». Με αυτά τα σοφά λόγια έκλεινε η επιστολή του Ινδιάνου.

Ενάμισι αιώνα αργότερα διαπιστώνουμε ότι ακόμη και η επιβίωση σε ένα περιβάλλον που καταστρέφεται είναι δύσκολη. Η ζωή, αδύνατη.

Τα περιβαλλοντικά προβλήματα, αποδεικνύεται ότι δε γνωρίζουν σύνορα και η προστασία του περιβάλλοντος, δεν μπορεί να είναι υπόθεση τοπική ή εθνική, αλλά παγκόσμια.

Η προστασία του περιβάλλοντος, είναι μια ιερή υποχρέωση που αφορά στο μέλλον του τόπου, αγγίζει τις επόμενες γενιές.

Είναι σημαντικό ότι όλο και περισσότεροι, πολιτικοί και πολίτες, συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να μένουν αδιάφοροι απέναντι στο περιβάλλον. Ότι το περιβάλλον είναι στην κυριολεξία, το σπίτι μας. Ότι δεν του εξασφαλίζει απλώς μια ποιότητα ζωής, αλλά την ίδια τη ζωή.

Είναι σημαντικό ότι πολίτες και πολιτικοί κατανοούν ότι η προστασία του περιβάλλοντος είναι υπόθεση όλων μας.

Είμαστε στην Ήπειρο, σε μία από τις πιο όμορφες περιοχές της χώρας, όπου το περιβάλλον, είναι η μεγάλη της προίκα. Η Ήπειρος τις προηγούμενες δεκαετίες, δεν είχε τους ρυθμούς ανάπτυξης της υπόλοιπης χώρας. Η γεωγραφική της θέση και η απουσία έργων υποδομής, δε δημιούργησαν τα προβλήματα άλλων περιοχών και άφησαν το περιβάλλον σχεδόν άθικτο. Αυτό ήταν το μεγάλο της μειονέκτημα. Και το μειονέκτημα αυτό, έχει μετατραπεί σήμερα στο μεγάλο πλεονέκτημα της Ηπείρου. Γιατί, της επιτρέπει πλέον να σχεδιάσει με όραμα, να προωθήσει μοντέλα βιώσιμης και αειφόρας ανάπτυξης, να αποτελέσει ένα παράδειγμα προς μίμηση για την υπόλοιπη Ελλάδα.

Το περιβάλλον αποτελεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίζονται οι πολιτικές μας και οι σχεδιασμοί για τα επόμενα χρόνια, ώστε αυτήν την κληρονομιά που παραλάβαμε να την παραδώσουμε με σεβασμό στις γενιές που θα ακολουθήσουν.

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος του οικολογικού πλούτου στην Ήπειρο, αρκεί να αναφέρω ένα στοιχείο. Το 17% της έκτασής της, είναι ενταγμένο στο δίκτυο Νατούρα και αυτό είναι το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ όλων των περιφερειών της χώρας. Ακολουθεί δεύτερη η Κεντρική Μακεδονία με ποσοστό 14%.

Έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν τέσσερις Φορείς Διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών. Πρόκειται για το Φορέα της Λίμνης Παμβώτιδας, το Φορέα Αμβρακικού, το Φορέα Βόρειας Πίνδου και το Φορέα εκβολών Καλαμά, Αχέροντα και έλους Καλοδικείου.

Θεσμοθετήθηκε επίσης ως Εθνικό Πάρκο η περιοχή των Τζουμέρκων, ενώ μοναδικής αξίας για τη χώρα και το φυσικό της πλούτου είναι οι Εθνικοί Δρυμοί, όπως αυτός του Βίκου- Αώου.

Ο ανεκτίμητος φυσικός πλούτος της περιοχής, αυξάνει τις υποχρεώσεις όλων μας. Της πολιτείας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών.

Τα τελευταία χρόνια, με βάση ένα συνολικό προγραμματισμό και με την αρχή ότι το περιβάλλον και η προστασία του, αποτελούν πυλώνα ανάπτυξης για την Ήπειρο, δρομολογήθηκαν σημαντικά έργα που επιλύουν σοβαρά προβλήματα και έχουν αναληφθεί συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση άλλων, πριν οξυνθούν.

Πολλές φορές, χρειάστηκε, μέσα από εντάσεις, να γίνει το αυτονόητο. Και αυτονόητη θα έπρεπε να είναι η κατασκευή των ΧΥΤΑ, γιατί είναι από τα κατ’ εξοχήν έργα προστασίας του περιβάλλοντος.

Δε δείχνουμε τις οικολογικές μας ευαισθησίες υπερασπιζόμενοι τις ανεξέλεγκτες χωματερές και αντιδρώντας στην κατασκευή των έργων αυτών. Αυτή δεν είναι περιβαλλοντική ευαισθησία. Είναι μία στρεβλή άποψη που ενθαρρύνεται συχνά από μικροπολιτικές απόψεις και τοπικιστικά συμφέροντα.

Σήμερα στην Ήπειρο κάναμε ένα μεγάλο βήμα. Δύο ΧΥΤΑ, στην Άρτα και την Παραμυθιά είναι ήδη σε λειτουργία, πολύ σύντομα ξεκινά η λειτουργία του ΧΥΤΑ Ηγουμενίτσας και βρίσκεται υπό κατασκευή ο ΧΥΤΑ Ιωαννίνων.

Γνωρίζουμε και διαπιστώνουμε ότι σταδιακά το αναγνωρίζουν οι φορείς της Αυτοδιοίκησης και η κοινωνία, ότι αυτό δεν είναι αρκετό, αλλά απαιτούνται Ολοκληρωμένα Συστήματα Διαχείρισης Απορριμμάτων, τα οποία θα έχουν στο επίκεντρό τους την ανακύκλωση. Όταν η ανακύκλωση θα έχει μπει στην καθημερινότητα των πολιτών, τότε πραγματικά θα έχει γίνει ένα από τα πιο καθοριστικά βήματα για την προστασία του περιβάλλοντος. Σημαντικό ρόλο στην προώθηση τέτοιων συστημάτων έχουν τα Τοπικά  Συμβούλια Νέων. Μπορούν να είναι οι πρωτεργάτες στην προσπάθεια εξοικείωσης των πολιτών με την Ανακύκλωση.

Η Περιφέρεια της Ηπείρου, θέλοντας να προλάβει τη δημιουργία άλλων προβλημάτων, έχει ανοίξει εδώ και μήνες τη συζήτηση για την διαχείριση των ζωικών και πτηνοτροφικών απορριμμάτων, όπως και την  ολοκληρωμένη διαχείριση των  υγρών αποβλήτων. Έτσι έχει αναλάβει πρωτοβουλίες και χρηματοδότησε κατά προτεραιότητα έργα αποχέτευσης και βιολογικών καθαρισμών, ειδικά σε περιοχές με ευαίσθητα οικολογικά συστήματα όπως είναι οι οικισμοί πέριξ του Αμβρακικού και της Παμβώτιδας.

Αρχή μας είναι ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει ούτε ένας οικισμός που χωρίς καμία επεξεργασία θα οδηγεί τα λύματά του σε ποταμούς, λίμνες ή τη θάλασσα. Απομένει την αρχή αυτή να τη συμμεριστεί και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ώστε να προχωρήσει στην κατασκευή των απαραίτητων έργων. Από την πλευρά μας έχουμε δεσμευθεί για τη χρηματοδότησή τους, όχι γιατί το ορίζει η Κοινοτική και Εθνική Νομοθεσία, αλλά γιατί έτσι προσφέρουμε πραγματικά στον τόπο και στα παιδιά μας.

Έργο ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας είναι η οριοθέτηση της λίμνης Παμβώτιδας. Επρόκειτο για ένα αίτημα πολλών ετών και πολλών τοπικών φορέων, που όμως έμενε στα χαρτιά. Σήμερα η οριοθέτηση ολοκληρώνεται και αποτελεί πραγματικά ασπίδα για την προστασία της λίμνης.

Ακριβώς το ίδιο έγινε και με την οριοθέτηση της κοίτης του Αράχθου στην Άρτα, όπου πλέον μπορούν να αποτραπεί η ανάπτυξη ανεξέλεγκτων δραστηριοτήτων.

Το περιβάλλον και ο πολιτισμός αποτελούν τους δύο κεντρικούς άξονες πάνω στους οποίους στηρίχθηκε ο σχεδιασμός μας για τη νέα προγραμματική περίοδο, το ΕΣΠΑ. Έτσι ένα από τα μεγάλα έργα που θα υλοποιηθούν είναι η ανάδειξη της χαράδρας του Βίκου. Πρόκειται για το βαθύτερο και πιο εντυπωσιακό φαράγγι της χώρας, που προσελκύει κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες από ολόκληρο τον κόσμο. Είναι σημείο αναφοράς για το Νομό Ιωαννίνων και την Ήπειρο και μέσα από μια ολοκληρωμένη μελέτη που εκπονείται, σχεδιάζουμε έργα για την πλήρη προστασία του και την περαιτέρω ανάδειξή του.

Οι υδατικοί πόροι, αποτελούν μέρος του οικοσυστήματος και η προστασία τους αναπόσπαστο μέρος των πολιτικών που αναπτύσσονται. Η Ήπειρος παρουσιάζει πλεόνασμα υδατικών πόρων, αυτό όμως αυξάνει την υποχρέωσή μας για την προστασία των επιφανειακών και των υπόγειων νερών. Στις προτεραιότητές μας είναι η δημιουργία κέντρου συγκέντρωσης στοιχείων και σχεδιασμού ελέγχων υδάτων, αφού μέχρι σήμερα ότι έγινε ήταν αποσπασματικό και σκόρπιο. Έτσι σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων θα δημιουργηθεί  μία βάση δεδομένων, στην οποία θα υπάρχει εύκολη πρόσβαση και θα αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για περαιτέρω σχεδιασμούς.

Σήμερα αποδεικνύεται ότι άμεση σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος έχει η ενέργεια. Και είναι διαρκής η προσπάθεια για την ανάπτυξη Ανανεώσιμων Πηγών, τομέας στον οποίο η Ήπειρος πλεονεκτεί.

Οι ήπιες μορφές ενέργειας, ή ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, είναι μορφές εκμετάλλευσης ενέργειας που προέρχεται από διάφορες φυσικές διαδικασίες, όπως είναι ο άνεμος, η γεωθερμία, το νερό κι άλλες.

Τα μικρά υδροηλεκτρικά, η κατασκευή των οποίων γίνεται χωρίς να πληγώνεται το περιβάλλον, τα αιολικά πάρκα και η εκμετάλλευση των γεωθερμικών πεδίων, όπως αυτό της Άρτας, αποτελούν ένα σημαντικό και μεγάλο πλεονέκτημα για την Ήπειρο.

Και δε θα πρέπει να μας διαφεύγει ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο. Το φυσικό αέριο. Η κατασκευή του ελληνοϊταλικού αγωγού, είναι έργο ευρωπαϊκής σημασίας, που θα μετατρέψει την Ήπειρο σε ενεργειακό κόμβο. Κάποιοι αντιδρούν στην κατασκευή του έργου, υποστηρίζοντας ότι θα υποβαθμίσει το περιβάλλον. Τέτοιες στάσεις δε δείχνουν περιβαλλοντική ευαισθησία. Πολλώ δε μάλλον όταν είναι γνωστό πως το φυσικό αέριο είναι η καθαρότερη πηγή πρωτογενούς ενέργειας, μετά τις ανανεώσιμες πηγές.

Τα μεγέθη των εκπεμπόμενων ρύπων είναι σαφώς μικρότερα σε σχέση με τα συμβατικά καύσιμα, ενώ η βελτίωση του βαθμού απόδοσης μειώνει τη συνολική κατανάλωση καυσίμου και συνεπώς περιορίζει την ατμοσφαιρική ρύπανση.

Οφείλουμε λοιπόν όλοι να κατανοήσουμε ότι προστατεύουμε το περιβάλλον με έργα και όχι με λόγια και να αποδείξουμε ότι η οικονομική ανάπτυξη και η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι έννοιες ασύμβατες. Στην Ήπειρο στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ έχει υιοθετηθεί η αρχή «δε χρηματοδοτείται κανένα μη βιοκλιματικό κτίριο» . Το πρώτο μάλιστα βιοκλιματικό κτίριο ανεγείρεται και είναι στο χώρο της εκπαίδευσης . Είναι η νέα φοιτητική εστία στα Ιωάννινα.

Η προστασία του περιβάλλοντος, έχει άμεση σχέση με την ποιότητα ζωής στα αστικά κέντρα, εκεί όπου σήμερα έχει συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.

Οι πόλεις αποτελούν σύνολα με σύνθετες λειτουργίες και δράσεις, που απορροφούν μεγάλες ποσότητες ενέργειες και παράγουν πολλά προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά σε συνδυασμό με την κυκλοφορία των οχημάτων έχουν άμεσες και καθημερινές επιπτώσεις στην ποιότητα του περιβάλλοντος.

Πυκνή δόμηση, κυκλοφοριακό, διαχείριση απορριμμάτων και υγρών αποβλήτων, κατάσταση κοινόχρηστων χώρων, διαχείριση περιαστικών ζωνών, είναι ορισμένες μόνο από τις παραμέτρους που ορίζουν το περιβάλλον και προσδιορίζουν την ποιότητα ζωής.

Σύμφωνα με την ΗΑΒΙΤΑΤ AGENTA «η βιωσιμότητα των κοινωνιών εξαρτάται από την ισορροπία των φυσικών οικοσυστημάτων και τη βιωσιμότητα των πόλεων». Πόλεων όπου, το φυσικό και το ανθρωπογενές περιβάλλον αλληλοσυμπληρώνονται  και εξασφαλίζουν μακροπρόθεσμα την υγεία , την ασφάλεια και την ποιότητα ζωής όλων των κατοίκων, και ιδιαίτερα των υποβαθμισμένων περιοχών.

Το αστικό περιβάλλον ξεκινάει από την πόρτα του κάθε σπιτιού, διαπερνά όλους τους δρόμους και τους ανοικτούς χώρους της πόλης, διαχέεται στην ευρύτερη περιαστική περιοχή και συνεχίζεται…

Γίνεται εύκολα αντιληπτό λοιπόν ότι τα προβλήματα δεν μπορούν να περιοριστούν σε ένα οικοδομικό τετράγωνο, τα μέτρα που λαμβάνονται δεν μπορούν να κινούνται στην λογική του περιορισμού και οι πολιτικές θα πρέπει να είναι ανοιχτών οριζόντων.

Τα τελευταία χρόνια, ο πολεοδομικός σχεδιασμός που βασίζεται σε αειφόρους και οικολογικούς παράγοντες έχει γίνει ο καταλύτης για τη δημιουργία και αναβάθμιση συγκεκριμένων περιοχών.

Η εισαγωγή οικολογικών ζητημάτων στη διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού αποτελεί σημαντική συμβολή στην ανασυγκρότηση μιας περιοχής.

Επιπλέον, ο ρόλος των βιοκλιματικών αρχών είναι ουσιώδης τόσο για την ανασυγκρότηση μιας περιοχής, όσο και για νέες αστικές αναπτύξεις – επεκτάσεις.

Η εξάσκηση στον περιβαλλοντικά βιώσιμο σχεδιασμό μπορεί, επομένως, να οδηγήσει σε περαιτέρω οφέλη με τη διατήρηση της υφιστάμενης τοπογραφίας και τη δημιουργία ιδιαίτερων προτάσεων, με στόχο την επίτευξη στρατηγικών για τους υπαίθριους και τους δημόσιους χώρους.

Το περιβάλλον για την Ήπειρο είναι το μεγάλο της πλεονέκτημα και το σύνολο του προγράμματος για τη νέα προγραμματική περίοδο, διαπνέεται από τις αρχές των Στρατηγικών της Λισαβόνας και του Γκέτεμποργκ.

Η Στρατηγική για την Αειφόρο Ανάπτυξη, θεσπίστηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ και θεσπίζει συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς στόχους για τα κράτη- μέλη της Κοινότητας.

Αλληλοσυμπληρώνεται με τη Στρατηγική της Λισαβόνας για την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση, αφού η πρώτη αναγνωρίζει ότι η οικονομική ανάπτυξη διευκολύνει τη μετάβαση σε μια πιο βιώσιμη κοινωνία και διαμορφώνει το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου αποτελεί τον κινητήρα για μια πιο δυναμική οικονομία.

Οι δύο αυτές Στρατηγικές αναγνωρίζουν ότι οι οικονομικοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί στόχοι, μπορούν να αλληλοενισχύονται και να συμπορεύονται.

Οι Στρατηγικές αυτές δίνουν την απάντηση σε ένα μεγάλο θέμα που απασχόλησε τις τελευταίες τουλάχιστον δύο δεκαετίες, την κοινή γνώμη. Αν δηλαδή μπορεί να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη που δε θα θίγει το περιβάλλον.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι μπορούμε να αναπτύξουμε μία οικονομική πολιτική που θα ενσωματώνει την περιβαλλοντική, αλλά και την κοινωνική διάσταση.

Η πρακτική που είχε ακολουθηθεί μέχρι σήμερα, ήταν ότι όπου υπήρχε σημαντικός φυσικός πλούτος, η εκμετάλλευσή του γίνονταν απερίσκεπτα, ή αντιμετωπίζονταν ως ανασταλτικός παράγοντας που εμπόδιζε την ανάπτυξη.

Τώρα αποδεικνύεται ότι οι περιοχές που διατήρησαν το φυσικό και πολιτισμικό τους πλούτο, έχουν ένα τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα και μπορούν να επιλέξουν ένα νέο μοντέλο οικονομίας, κάνοντας στροφή προς τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Κι αυτό για την Ήπειρο δεν είναι άγνωστο. Γίνεται πράξη στον ορεινό όγκο της Πίνδου, όπου υλοποιείται το πρόγραμμα «Πίνδος». Κατασκευάζονται έργα υποδομών. Χρηματοδοτούνται πολιτιστικά μνημεία, αλλά ενισχύεται και η ιδιωτική οικονομία, έτσι ώστε τα τοπικά προϊόντα να αποκτήσουν «ταυτότητα», που σημαίνει προστιθέμενη αξία.

Αυτό είναι το νέο μοντέλο ανάπτυξης, της βιώσιμης και αειφόρου.

Φυσικά δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι η διατήρηση του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος, απαιτεί ενεργή εμπλοκή της τοπικής κοινωνίας, αλλά και ανάπτυξη «πράσινων επαγγελμάτων». Δεν είναι τυχαίο, ότι πρόσφατες μελέτες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δείχνουν ότι η προστασία του περιβάλλοντος και η κοινωνική οικονομία είναι τομείς που μπορούν να δημιουργήσουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Το περιβάλλον και ο πολιτισμός, αποτελούν για την Ήπειρο τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Είναι οι τομείς όπου υπερτερεί και αυτοί πάνω στους οποίους στηρίζει την ανάπτυξή της.

Η σχέση του πολιτισμού με το περιβάλλον, είναι η σχέση του ίδιου ανθρώπου με τη δημιουργία.

Πολιτισμός είναι οτιδήποτε δημιουργεί ο άνθρωπος με το πέρασμά του από τη γη. Είναι η τέχνη, η επιστήμη, τα γράμματα, ο τρόπος ζωής.

Περιβάλλον είναι οτιδήποτε έχει δημιουργήσει η ίδια η φύση. Το νερό, τα δάση, ο αέρας, το ζωικό και φυτικό βασίλειο.

Όταν συζητάμε λοιπόν για τη σχέση του πολιτισμού με το περιβάλλον, συζητάμε για το αποτύπωμα του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη και για το αποτύπωμα της φύσης πάνω στον πλανήτη. Συζητάμε για τον τρόπο ζωής μας και για τη ζωή μας.

Τα έντονα περιβαλλοντικά προβλήματα, που μπορούν να μεταφραστούν και σε απειλή της ύπαρξης του πλανήτη, είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη οικολογικών κινημάτων. Στην Ελλάδα το περιβαλλοντικό κίνημα, έχει ισχνή παρουσία.

Ξεκινά ουσιαστικά τις παρεμβάσεις του την δεκαετία του εβδομήντα, σε τοπική κλίμακα και δίνοντας έμφαση στην καταγγελία. Στη δεκαετία του ’80 έγινε προσπάθεια να συγκροτηθεί ο χώρος της πολιτικής οικολογίας, αλλά αυτή δεν είχε καμία τύχη.

Και όσες ανάλογες ακολούθησαν, απέτυχαν.

Το οικολογικό κίνημα παρέμεινε άμορφο και ισχνό και σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθεί να εκφράζει τον ίδιο καταγγελτικό λόγο, με εκείνο που διατύπωνε στη δεκαετία του 1970.

Η στάση μάλιστα ομάδων, οργανώσεων και συλλόγων που θέλουν να λένε ότι στόχος τους είναι η προστασία του περιβάλλοντος, γεννά πολλές φορές ερωτήματα και προβληματισμούς.

Αναφέρω ένα παράδειγμα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας ή ένα από τα μεγαλύτερα είναι η διαχείριση των απορριμμάτων. Οι προσπάθειες της πολιτείας να προχωρήσει την κατασκευή των ΧΥΤΑ, έχει συναντήσει σε πολλές περιπτώσεις τις σφοδρές αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών. Είναι οι κάτοικοι των περιοχών που δε θέλουν την κατασκευή των έργων αυτών, αλλά δεν ενοχλούνται από τη λειτουργία των ανεξέλεγκτων χωματερών.

Μπροστά σ’ αυτή την πραγματικότητα, το οικολογικό κίνημα, ή οι περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν μείνει αδιάφορες. Δεν βοηθούν με τη στάση αυτή, ούτε το περιβάλλον, ούτε τις κοινωνίες.

Μάλιστα υπάρχουν και περιπτώσεις όπου καταγράφονται ακραίες καταστάσεις. Όλα αυτά αποδεικνύουν ένα πράγμα. Ότι για να υπάρξει σοβαρό οικολογικό κίνημα, θα πρέπει να είναι και υπεύθυνο.

Η πολιτική κοινωνιολογία των συναισθημάτων είναι πολύ σημαντική. Αν δηλαδή σε μία κοινωνία επικρατεί ο φόβος και η άγνοια, αυτό δημιουργεί προϋποθέσεις και συνθήκες χειραγώγησης. Το οικολογικό κίνημα δε θα πρέπει να επικεντρωθεί στο φόβο και την άγνοια, αλλά σε πολιτικές δημιουργίας και ελπίδας.

Η λέξη «οικολογία», μια λέξη παγκόσμια πλέον, είναι ελληνική. Περιέχει το «λόγο», δηλαδή τη λογική. Οικολογία λοιπόν σημαίνει, ότι αντιμετωπίζουμε με τον ίδιο τρόπο το σπίτι μας, τον τόπο μας, τον πλανήτη. Με λογική. Χωρίς υπερβολές, χωρίς ακρότητες, χωρίς μικροπολιτικές. Αρκεί η λογική, το μέτρο και η αρμονία.

Και η ελπίδα. Η ελπίδα ότι η νέα γενιά, θα διδαχθεί από τα λάθη μας και θα τα καταφέρει καλύτερα.

 

Social Media

fb tw yt fkr

Facebook

Επικοινωνια

press2
Διαφήμιση