Επιστροφή στο παρελθόν οι τυχόν επαναφορά εξαιρέσεων από το «Πόθεν Έσχες» στην 1η κατοικία

Είμαστε μόλις επτά μήνες από την έναρξη εφαρμογής του προγράμματος λιτότητας που επιβλήθηκε στη χώρα μας από την συμφωνία της κυβέρνησης και της Τρόικας και έχουμε ενώπιόν μας, δείγματα αναποτελεσματικότητας του.

Έχουμε σημαντικές αποκλείσεις από τους επιδιωκόμενους οικονομικούς στόχους στα δημόσια οικονομικά.

Αποδεικνύεται για ακόμη φορά ότι η αντιγραφή οικονομικών μοντέλων, χωρίς να λαμβάνονται  υπόψη οι κοινωνικές συνθήκες, αποτυγχάνουν παταγωδώς.

Είναι αλήθεια, ότι  αρκετά σημεία της συμφωνίας με την Τρόικα, που αφορούν στον εκσυγχρονισμό  του κράτους είναι αναγκαία και έπρεπε να  εφαρμόζονται εδώ και χρόνια. Δυστυχώς όμως, πολιτικός ανασταλτικός παράγοντας  ήταν το ΠΑΣΟΚ.  Δυστυχώς όμως, πολιτικός ανασταλτικός παράγοντας  ήταν το νυν κυβερνών κόμμα. Είναι ο πολιτικός φορέας που έβρισκαν πολιτική κάλυψη, όλοι οι «κρατικοδίαιτοι», που θίγονταν από τα  βήματα προόδου στη λειτουργία του κράτους.

Σήμερα λοιπόν, που η κυβέρνηση υλοποιεί ότι της  επιβάλλει η Τρόικα, δεν πρέπει να οδηγούμαστε σε οπισθοδρομήσεις. Δεν επιτρέπεται να στηρίζονται  με ειδικές νομοθετικές διατάξεις, αυτοί  που λειτουργούν ως «δυναμικές μειοψηφίες». Δεν είναι πλέον κοινωνικά αλλά και οικονομικά αποδεκτό να υπάρχουν ευνοϊκές φορολογικές μεταχειρίσεις.

Ως τέτοια χαρακτηρίζεται και η επαναφορά της εξαίρεσης  από το πόθεν έσχες της αγοράς πρώτης κατοικίας έως 120 τμ και με ανώτερη αντικειμενική  αξία 300.000€.

Στις εξαιρέσεις του πόθεν έσχες θα συμπεριληφθούν και οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις των στεγαστικών δανείων.

Με τη διάταξη αυτή, επιτρέπουμε  ξανά σε όσους έχουν φοροδιαφύγει, να νομιμοποιούν τα χρήματα τους  μέσω της αγοράς ακινήτου. Και αν  με τη συγκεκριμένη τροπολογία δίναμε λύση  στο πραγματικό οικονομικό πρόβλημα  στο χώρο της οικοδομής, τότε θα μπορούσαμε να το ανεχθούμε. Δεν αποτελεί όμως τη λύση.

Οι πλειοψηφία των Ελλήνων που έχουν συμπεριλάβει  όλα τα εισοδήματα τους στις φορολογικές δηλώσεις τους και έχουν πληρώσει τους ανάλογους φόρους εισοδήματος, δεν αποφεύγουν  την αγορά κατοικίας, επειδή δεν μπορούν να δικαιολογήσουν  τα χρήματα  που θα ξοδέψουν. Δεν τρομάζουν όταν η φορολογούσα αρχή τους ζητά να δικαιολογήσουν τα χρήματα  που διαθέτουν  κατά την αγορά ακινήτου ή κατά την εξόφληση του στεγαστικού δανείου.

Τρομάζουν όμως και αποφεύγουν την αγορά ακινήτων, μόλις υπολογίσουν τους  επιπλέον φόρους  που πρέπει να καταβάλουν. Οι φόροι που επιβαρύνουν την οικοδομή  αλλά και ο υπέρογκος – ανορθολογικός  συνυπολογισμός πλέον της κατοικίας στα τεκμήρια διαβίωσης – πλην της αλλαγής οικονομικής συμπεριφοράς των πολιτών λόγω της  οικονομικής κρίσης – είναι η αιτία που μειώνονται  συνεχώς οι αγοραπωλησίες ακινήτων.

Την άνοιξη του 2011, που θα έρθουν οι φορολογούμενοι για πρώτη φορά προ των νέων τεκμηρίων – βάση της κατοικίας που διαμένουν  -  το πρόβλημα θα οξυνθεί.

Υπάρχουν όμως και αυτοί  που πραγματικά «βολεύονται» από τη συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση. Αυτοί που δεν έχουν δηλώσει στη φορολογική τους δήλωση τα χρήματα που θα διαθέσουν κατά την αγορά ακινήτου. Αυτοί που φοροδιέφυγαν τα εισοδήματα που στοχεύουν να χρησιμοποιήσουν στη συγκεκριμένη συναλλαγή. Αυτοί είναι οι πραγματικά κερδισμένοι.

Διερωτάται ένας καλοπροαίρετος. Καλά ποιος μεγαλοφοροφυγάς θα αγοράσει κατοικία μόνο 120 τμ;  Πολλοί, είναι η απάντηση. Αν μάλιστα γνωρίζει καλύτερα και το σύνολο των φορολογικών διατάξεων, τότε θα τη χρησιμοποιήσει για να «τακτοποιήσει» και τα παιδιά  του.

Σκεφθείτε κάποιον  που φοροδιαφεύγει 900.000€ και έχει δύο (2) ενήλικα παιδιά. Μπορεί να αγοράσει τρία  (3) σπίτια, αντικειμενικής αξίας 300.000€ το καθένα, χωρίς να χρειαστεί να δηλώσει που  βρήκε τα χρήματα. Θα αγοράσει ένα για τον εαυτό του και άλλα δύο στο όνομα των ενηλίκων παιδιών του. Ένα για κάθε ενήλικο παιδί. Έτσι η πρωτογενής πράξη φοροδιαφυγής δεν εντοπίζεται και παράλληλα αποφεύγονται και οι φόροι  κληρονομιάς.

Μόνο οι φόροι εισοδήματος που απέφυγε ο συγκεκριμένος   πολίτης ανέρχονται  τουλάχιστον στο ποσό των 300.000€. Έχουμε την πολυτέλεια ως οικονομία να ανεχθούμε τέτοιες καταστάσεις;

Και  στην αγορά μιας μόνο κατοικίας αντικειμενικής αξίας 300.000€ να προβεί ένας φοροφυγάς, το κράτος του δίνει  το δικαίωμα να αποφύγει φόρους  ύψους 120.000€ . Είναι μικρό το ποσό;

Ως προς την εξόφληση ενός στεγαστικού  δανείου, η συγκεκριμένη νομοθετική εξαίρεση είναι ακόμη πιο ευνοϊκή για τους φοροφυγάδες. Σκεφθείτε  κάποιον, που ένα συγκεκριμένο έτος, προβαίνει σε μεγάλη φοροδιαφυγή π.χ. 300.000€ και για να αγοράσει ένα ακίνητο ισάξιας αντικειμενικής αξίας,  συμβάλλεται με μια τράπεζα και εκταμιεύει ισόποσο δάνειο. Την επόμενη όμως χρονιά,  εξοφλεί την τράπεζα με τα χρήματα που έχει φοροδιαφύγει  χωρίς κανείς να τον ρωτά που τα βρήκε. Έτσι πλήρωσε λιγότερους φόρους με αντίτιμο την καταβολή τόκων ενός μόνου έτους.

Αν θέλουμε να βοηθήσουμε πραγματικά την ανάπτυξη του τομέα της οικοδομής, πρέπει να εξετάσουμε τη φορολογική επιβάρυνσή της και  όχι να αποτελέσει την έναρξη της «επιστροφής στο δρόμο της καταστροφής».  Πρέπει να επανεξετάσουμε το ύψος  συμμετοχής της κατοικίας στα «τεκμήρια διαβίωσης».

Οι τροπολογίες που θα γίνουν στο φορολογικό νόμο, πρέπει να αγγίζουν την πλειοψηφία των πολιτών και όχι τους «λίγους» «εκλεκτούς». Γιατί ποιος μπορεί να φοροδιαφεύγει τέτοια ποσά;

Πρέπει να αναγνωριστούν  τα λάθη που έγιναν στη ψήφιση του Ν.3842/2010 και να μην επανέλθει  «η νόμιμη αποφυγή φόρων από αυτούς που μπορούν».

Να μη ξεχνάμε, ότι  η «νομοθετική  αναγνώριση» της φοροδιαφυγής, αποτελεί την κύρια αιτία της οικονομικής κατάστασης που βρίσκεται η πατρίδας μας. Οι πολλές ειδικές διατάξεις του φορολογικού καθεστώς στη χώρα μας, είναι αυτές που το κατέστησαν, όλα τα προηγούμενα χρόνια αναποτελεσματικό.

 

Πανοζάχος Δημήτρης

Οικονομολόγος

Μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας της Ν.Δ.

 

Social Media

fb tw yt fkr

Facebook

Επικοινωνια

press2
Διαφήμιση