Ανταγωνιστική οικονομία και υπερφορολόγηση κεφαλαιουχικών εταιριών

 

Τις ημέρες που διανύουμε  η  κυβέρνηση αναγνώρισε, επιτέλους, ότι το κύριο πρόβλημα της χώρας εντοπίζεται στο μεγάλο δημόσιο χρέος και όχι στο πρόσκαιρα αυξημένο δημόσιο έλλειμμα.

Η αλήθεια είναι όμως, ότι το τεράστιο δημόσιο χρέος, προέκυψε ως αποτέλεσμα της μη ανταγωνιστικής οικονομίας των τελευταίων ετών.

Παρόλα αυτά, η  κυβέρνηση εμφανίζεται  απρόθυμη ακόμη, να ασχοληθεί με το βασικό μειονέκτημα της ελληνικής οικονομίας .

Για να αναπτυχθεί ανταγωνιστικά η οικονομία μιας χώρας στο σύγχρονο παγκόσμιο περιβάλλον, χρειάζεται να διαθέτει πλεονεκτήματα, όπως τεχνολογική πρωτοπορία, φτηνό εργατικό κόστος, μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, φορολογικά πλεονεκτήματα, ασφαλές πολιτικό περιβάλλον. Κάποια από αυτά χρειάζονται χρόνο για να αποκτηθούν, όπως οι τεχνολογικές υποδομές.

Βεβαίως και πρέπει να επενδύσουμε σε τεχνολογικές υποδομές, αλλά είναι σαφές, ότι στην καλύτερη των περιπτώσεων, αυτές θα μας δώσουν πλεονέκτημα μετά από κάποια χρόνια. Και η Ελλάδα δε διαθέτει χρόνο.

Άλλα πιθανά κίνητρα προσέλκυσης επενδύσεων, όπως το φτηνό εργατικό κόστος, ως χώρα δεν μπορούμε να τα διαθέσουμε. Κανείς δεν μπορεί να μπει στη λογική να μειώσει το σημερινό βιοτικό επίπεδο των πολιτών, ούτε να προχωρήσει στην υποβάθμιση ευρέων κοινωνικών κατακτήσεων.

Μια τρίτη ομάδα πλεονεκτημάτων προσέλκυσης ξένων επενδύσεων,  όπως το ασφαλές πολιτικό περιβάλλον, δεν μπορεί να αποτελέσει ειδικό πλεονέκτημα για τη χώρα μας, για ευνόητους λόγους, καθώς δε συνιστά ελληνικό προνόμιο.

Επειδή, όμως, δεν είμαστε ούτε η ακριβότερη χώρα στο εργατικό κόστος, ούτε οι τελευταίοι στις τεχνολογικές υποδομές  και πολύ περισσότερο το  πολιτικό μας περιβάλλον είναι αρκούντως ασφαλές, οφείλουμε να στραφούμε σε άλλες κατευθύνσεις για να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις.

Ακρογωνιαίος λίθος αυτής της προσπάθειας, δεν μπορεί παρά να είναι, η φορολογική μας πολιτική.

Ενώ υποτίθεται ότι όλα τα παραπάνω είναι γνωστά, το οικονομικό επιτελείο, επιλέγει την αυτοκαταστροφή με την υιοθέτηση φορολογικών διατάξεων, που καθιστούν την Ελλάδα ουσιαστικά «φορολογική κόλαση» για τις ξένες επενδύσεις. Γιατί δεν υπάρχει άλλος χαρακτηρισμός, για να περιγράψει κανείς την τραγική επιλογή  της κυβέρνησης, να επιμένει  με το νέο φορολογικό νόμο στην αύξηση της φορολόγησης των διανεμόμενων κερδών των ανωνύμων εταιριών και των ΕΠΕ με συντελεστή 45%.

Συγκεκριμένα με συντελεστή 20%  φορολογούνται πλέον, όλα τα κέρδη των κεφαλαιουχικών επιχειρήσεων και με επιπλέον συντελεστή 25% όσα από αυτά πρόκειται να διανεμηθούν.

Είναι εμφανής η προσπάθεια να καταστεί πιο φιλολαϊκή η συγκεκριμένη επιλογή, με την υποχρέωση των φορολογουμένων να αναγράψουν στη φορολογική τους δήλωση τα εισοδήματα τους, που προέρχονται από τα διανεμόμενα κέρδη κεφαλαιουχικών επιχειρήσεων και αν προκύπτει βάση του συνολικού εισοδήματος τους επιστροφή φόρου, αυτή να είναι εφικτή.

Σε καμιά περίπτωση, όμως, δε συμβαδίζει με την εξαγγελία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του 2010 για μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των εταιριών.

Στην προσπάθεια τεκμηρίωσης αυτής της πολιτικής επιλογής για αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των εταιριών, χρησιμοποιούνται επιχειρήματα που είτε αντικρούουν άλλες πολιτικές ενίσχυσης της ελληνικής οικονομίας, είτε παραβλέπουν την ελληνική πραγματικότητα.

Έτσι, ενώ καθημερινά εκδίδονται ανακοινώσεις για τις προσπάθειες προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, φτάνουμε στον παραλογισμό, την ίδια μέρα να ψηφίζεται η εν’ λόγω διάταξη.

Πράττουμε σαν να μη γνωρίζουμε, ότι η φορολογία των κερδών είναι μια από τις κύριες παραμέτρους που λαμβάνει υπόψη ένας ξένος επενδυτής που σχεδιάζει μια άμεση επένδυση.

Αποφασίζουμε δηλαδή, να πετάξουμε στα σκουπίδια, ένα από τα λίγα εργαλεία που έχουμε ακόμα διαθέσιμα, παρακολουθώντας άλλες ευρωπαϊκές χώρες να έχουν συντελεστή φορολόγησης, στο ήμισυ του δικού μας.

Παράλληλα επιθυμούμε να προσελκύσουμε ξένους επενδυτές στο Χ.Α.Α  με μεσοπρόθεσμο  σχεδιασμό -τουλάχιστον -και όχι με άμεσα κερδοσκοπικό σχεδιασμό. Παρόλα αυτά όμως  νομοθετούμε φορολογική διάκριση μεταξύ των αδιανέμητων και των διανεμόμενων κερδών των Α.Ε. Ένας όμως επενδυτής χρηματιστηρίου, αν δεν λειτουργήσει κερδοσκοπικά με βραχυπρόθεσμες αγοραπωλησίες  μετοχών, η μόνη πιθανότητα να είναι αποδοτική η επένδυσή του, βρίσκεται στην αυξημένη κερδοφορία της εταιρίας που επενδύει, προσδοκώντας στην αυξημένη διανομή κερδών με τη μορφή μερίσματος. Και ενώ αυτό είναι γνωστό, η ελληνική κυβέρνηση νομοθετεί το μεγαλύτερο αντικίνητρο για τη διανομή κερδών εισηγμένων εταιριών στο χρηματιστήριο Αθηνών.

Γιατί, λοιπόν, ένα ασφαλιστικό ταμείο, από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού,  ή ένα αμοιβαίο κεφάλαιο να  επενδύσει στην Ελλάδα και όχι σε μια άλλη χώρα, που στατιστικά διατρέχει και λιγότερους κινδύνους να πτωχεύσει;

Βαφτίζουμε τα διανεμόμενα κέρδη των ανωνύμων εταιριών «αποδόσεις κινητών αξιών» και τα διακρίνουμε από τα διανεμόμενα κέρδη των προσωπικών εταιριών (Ο.Ε , Ε.Ε) με διπλάσια φορολόγηση και λίγο παραπάνω. Θεωρητικά μπορεί να ακούγεται σωστό. Η ελληνική πραγματικότητα όμως, αποκαλύπτει ότι οι Α.Ε στη χώρα μας έχουν έντονο οικογενειακό χαρακτήρα. Η λειτουργία τους στηρίζεται πολλές φορές στην ομαδική, οικογενειακή εργασία των κατά τ’ άλλα μετόχων. Είναι μια ακόμη ιδιαιτερότητα της ελληνικής οικονομίας που οφείλουμε να συνυπολογίσουμε. Το αποτέλεσμα της ψήφισης της διάταξης για επιπλέον φόρους μόνο στις κεφαλαιουχικές εταιρίες , φαίνεται ήδη από την τάση μετατροπής Ανώνυμης Εταιρίας σε προσωπική εταιρία, γεγονός αδιανόητο πριν από λίγο χρόνο.

Η μαζική λοιπόν μετατροπή ανωνύμων εταιριών, σε προσωπικές εταιρίες, έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχουν αυξημένα φορολογικά έσοδα για το Υπουργείο Οικονομικών, αφού περιορίζεται ο αριθμός των κεφαλαιουχικών εταιριών. Και όλα αυτά, σε μια χώρα που το πτωχευτικό δίκαιο, αποτελεί ένα ακόμη αντικίνητρο για τους νέους να στραφούν «στο επιχειρείν» .

Οι φορολογικές επιλογές της κυβέρνησης, μοιάζουν με παιχνίδι με ήδη χαμένους παίκτες.

Επιδιώκουμε από τη μια με την επίπονη «εσωτερική υποτίμηση» να καταστεί  η ελληνική οικονομία πιο ανταγωνιστική και από την άλλη, ψηφίζουμε φορολογικές διατάξεις, που αποτρέπουν τους επιχειρηματίες να δοκιμάσουν μέσα από τη «συνένωση δυνάμεων», να καταστούν ποιο ανταγωνιστικοί.

Εντούτοις, η κοινή συνύπαρξη πολλών μικρών επιτηδευματιών διευκολύνεται υπό την λειτουργία  μιας «κεφαλαιουχικής εταιρίας» (ΑΕ, ΕΠΕ), πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε μορφή μιας προσωπικής εταιρίας.

Η  ενσωμάτωση, λοιπόν, αυτής της διάταξης στο φορολογικό πλαίσιο της χώρας, αποτρέπει τους μικρομεσαίους επιτηδευματίες της χώρας να επιλέξουν την «κοινή δράση» με άλλους. Μπροστά  στους αυξημένους φόρους, χάνετε κάθε θετική σκέψη που προκαλούν οι περιβόητες «οικονομίες κλίμακας», από την «άμεση ένωση των οικονομικών δυνάμεων μικρομεσαίων επιτηδευματιών ».

Ένα ακόμη σημείο που πρέπει να επισημανθεί, είναι η τεράστια φορολογική διάκριση μεταξύ των διανεμόμενων κερδών των κεφαλαιουχικών και των προσωπικών εταιριών, την περίοδο που επιδιώκουμε να καταστούμε «ανταγωνιστική οικονομία». Αυτές οι πρακτικές αντίκεινται στη δημόσια εκφρασμένη άποψη του Υπουργείου Ανταγωνιστικότητας, ότι ο «κατακερματισμός οικονομικών δυνάμεων» με την αυξημένη ύπαρξη προσωπικών εταιριών και ατομικών επιχειρήσεων, καθιστούν αυτόματα «μη ανταγωνιστικά» τα παραγόμενα προϊόντα μας, λόγω αυξημένου λειτουργικού κόστους.

Δεν είναι χρονικά μακριά οι προσπάθειες διαφόρων επιτηδευματιών για δημιουργία clasters με την υποστήριξη των αρμοδίων υπουργείων.

Παράλληλα, ενισχύουν τα αντικίνητρα για τη δημιουργία ανταγωνιστικών  παραγωγικών μονάδων, παρότι  έχει αναγνωριστεί από το Υπουργείο Οικονομικών, ότι η πληθώρα ατομικών επιχειρήσεων και προσωπικών εταιριών διευκολύνει τη φοροδιαφυγή.

Ωστόσο, η αύξηση του φορολογικού συντελεστή  των διανεμόμενων κερδών στις κεφαλαιουχικές εταιρίες στο 45%,  δεν είναι η πρώτη αύξηση. Έχει  προηγηθεί αυτή του συντελεστή στο 40% με τον Ν 3842/2010. Προβαίνουμε δηλαδή σε αύξηση του φορολογικού συντελεστή, όταν η παγκόσμια εμπειρία αλλά και η δική μας, έχουν αποδείξει έμπρακτα, ότι οι μικροί φορολογικοί συντελεστές μειώνουν τη φοροδιαφυγή και βοηθούν στην αύξηση του ΑΕΠ.

Τη στιγμή μάλιστα που βασικό ζητούμενο του οικονομικού και φορολογικού μας σχεδιασμού, θα πρέπει να αποτελεί η πάταξη της φοροδιαφυγής, δεν μπορούμε παρά να επιδιώκουμε σταθερά τη  φορολογική εμφάνιση των επιπλέον εισοδημάτων που τα καθιστά άμεσα προσμετρούμενα  στο ΑΕΠ και φυσικά φορολογήσιμα, από το να τα αναζητούμε μέσω διαφόρων αμφισβητούμενων μεθόδων για να προστεθούν σε αυτό.

Σε κάθε περίπτωση, εκτιμώ ότι οι πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης  αποδεικνύουν, ότι ο στρατηγικός της σχεδιασμός δε βασίζεται στα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της χώρας, αλλά σε μια επιδερμική υλοποίηση των δεσμεύσεων που πηγάζουν από την εφαρμογή του μνημονίου.

Είναι σαφές στους παροικούντες, ότι το μόνο που καταφέρνουμε, είναι να αποθαρρύνουμε ακόμη περισσότερο όποιον θέλει να επενδύσει στη χώρα μας, κάτι που συνεπάγεται την αποτροπή κάθε πιθανότητας ανάπτυξης οποιασδήποτε μορφής επιχειρηματικότητας. Πρόκειται, ουσιαστικά, για υποθήκευση της όποιας δυνατότητας εφαρμογής της συμφωνίας μας με την τρόικα, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με αυτή.

Η δημιουργία μιας ανταγωνιστικής οικονομίας, δεν προκύπτει από μια «θεϊκή έμπνευση», αλλά από μια «συνετή» πολιτική επιλογή.

Αν λοιπόν όντως  επιθυμούμε να αποκτήσουμε βιώσιμες επιχειρήσεις και ανταγωνιστική οικονομία, πρέπει άμεσα να  επανεξετάσουμε τις συγκεκριμένες φορολογικές διατάξεις και ταυτόχρονα να υιοθετήσουμε ένα σταθερό και ελκυστικό φορολογικό περιβάλλον. Είναι ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίσουμε όρους αποτελεσματικής στήριξης των ελληνικών επιχειρήσεων και ταυτόχρονα βιώσιμης και μακροχρόνιας ανάπτυξης.

Πέρα και πάνω από οικονομικά μοντέλα, είναι η πολιτική επιλογή εκείνη που μπορεί όντος να σηματοδοτήσει την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας και το μόνο ασφαλές αντίμετρο σε ένα μοντέλο που όλοι συνομολογούν, ότι έχει χρεοκοπήσει.

Αλλά για να έχεις πολιτική επιλογή, χρειάζεται επιτέλους και πολιτικό θάρρος.

 

* Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΞΙΑ , Σάββατο 2 Απριλίου 2011

 

Πανοζάχος Δημήτρης

Οικονομολόγος

Μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας της Ν.Δ.

 

Social Media

fb tw yt fkr

Facebook

Επικοινωνια

press2
Διαφήμιση