Φοροδιαφυγή και καταγραφή της κινητής περιουσίας

Αυτές τις ημέρες, με αφορμή την ανακοίνωση από τα συναρμόδια Υπουργεία του τριετές προγράμματος καταπολέμησης της φοροδιαφυγής ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται ξανά γύρω από το «Εθνικό μας σπορ». Οι εξαγγελίες του Υπουργείου Οικονομικών δεν αποτελούν όμως τίποτα άλλο παρά επανάληψη παλαιοτέρων εξαγγελιών. Δε συμπεριλαμβάνει κανένα ουσιαστικό- ριζοσπαστικό μέτρο.

Η κυβέρνηση επέλεξε τους τελευταίους δώδεκα μήνες την επικοινωνιακή μέθοδο καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Έχει εξαγγείλει σειρά μέτρων καταστολής της φοροδιαφυγής, αλλά κατά τον απολογισμό συνειδητοποιούμε ότι βρισκόμαστε πάλι ελλειμματικοί.

Η αναδρομή στην πολιτική ιστορία της χώρας, μας δείχνει ότι τουλάχιστον μετά τη μεταπολίτευση η φοροδιαφυγή αποτελεί κύριο ζήτημα αντιπαράθεσης των πολιτικών δυνάμεων.

Πλην της μεταρρύθμισης του 1977 – από τον αείμνηστο – Θ. Κανελλόπουλο που ενσωμάτωσε για πρώτη φορά στη φορολογική νομοθεσία τα τεκμήρια διαβίωσης, δεν υπάρχει άλλο μέτρο που να έχει αποδώσει ουσιαστικά.

Φθάσαμε να ψηφίζεται ο Ν.3842 την άνοιξη του 2010 (γνωστός ως η μεγάλη φορολογική αναμόρφωση) που περιμέναμε να αποδώσει το επόμενο έτος και οι μεταβολές που επέφερε στη φορολόγηση των ΑΕ δεν εφαρμόστηκαν ποτέ, γιατί στις αρχές του 2011 ψηφίστηκε ο Ν.3943 που αναιρεί όσα προέβλεπε ο 3842 για τις ΑΕ.

Την άνοιξη του 2010 με τον ίδιο νόμο (Ν.3842/2010) καταργείται η δυνατότητα τμηματικής καταβολής του ΦΠΑ και λίγους μήνες αργότερα (Δεκέμβριο του ιδίου έτους) επαναφέρουμε τη διάταξη σε ισχύ.

Με ανάλογες ανορθόδοξες μεθόδους προσπαθούμε να περιορίσουμε και τη φοροδιαφυγή, αλλά κάθε φορά το πρώτο που προτείνουμε ως λύση μιας οικονομικής κρίσης, είναι η νομιμοποίηση της χρησιμοποίησης των αδήλωτων χρημάτων από τους φοροδιαφυγόντες.

Τελευταίο παράδειγμα η εξαίρεση από το πόθεν έσχες κατά την απόκτηση της πρώτης κατοικίας. Την είχαμε καταργήσει με το Ν.3842/2010 και πριν τελειώσει το έτος άρετε η ισχύς της νομοθετικής διάταξης.

Μια απλή περιήγηση στα φορολογικά καθεστώτα των χωρών όπου η φοροδιαφυγή είναι ασήμαντη (ΗΠΑ, Γερμανία κλπ) μας καθοδηγεί στα μέτρα που πρέπει να ενσωματώσουμε στη νομοθεσία μας, αν πραγματικά επιθυμούμε να καταπολεμήσουμε τη φοροδιαφυγή.

Όσοι φοροδιαφεύγουν επιδιώκουν να διαθέτουν περισσότερα χρήματα για την προσωπική τους ζωή σε βάρος της οικονομικής τους υποχρέωσης να συμμετέχουν αναλογικά στη λειτουργία του κράτους.

Οι διαδικασίες καταπολέμησης της φοροδιαφυγής πρέπει να στοχεύουν ακριβώς σ’ αυτό. Στον περιορισμό των δυνατοτήτων χρησιμοποίησης «αδήλωτων χρημάτων» για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του φοροδιαφεύγοντα.

Όσες μεταβολές και να επέλθουν στον ΚΒΣ, όσες γραφειοκρατικές διαδικασίες και αν προβλεφθούν στο φορολογικό νόμο, δεν θα μπορέσουν ποτέ να προβλέψουν - και άρα να συλλάβουν- όλες τις σύγχρονες μορφές οικονομικών συναλλαγών στο απελευθερωμένο παγκοσμοποιημένο σύστημα που μας περιβάλλει.

Η μόνη σταθερή παράμετρος είναι η διακίνηση των χρημάτων. Η διάθεση τους για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων αλλά και αναβαθμισμένης διαβίωσης.

Το «ξόδεμα των χρημάτων» λοιπόν είναι αυτό που πρέπει να μας καθοδηγεί στον εντοπισμό της φοροδιαφυγής.

Ο διαπράττων τη φοροδιαφυγή πρέπει να «νοιώθει» ότι η διακίνηση των χρημάτων του, βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση.

Αν πραγματικά λοιπόν στοχεύουμε να ελέγξουμε τη διακίνηση των χρημάτων, μπορούμε πρακτικά να το πετύχουμε με απλά μέτρα.

Συγκεκριμένα :

1)  Ετήσια καταγραφή όλης της περιουσίας των φορολογουμένων (ακίνητης και κινητής) και κυρίως των διαθεσίμων.

2)  Κατάργηση κάθε εξαίρεσης από το πόθεν έσχες

Μέχρι σήμερα η φορολογούσα αρχή καταγράφει κυρίως την ακίνητη περιουσία μας. Ήρθε η ώρα να καταγράψει όλη την περιουσία μας.

Για να γίνει κατανοητή η λειτουργία του συστήματος το περιγράφω αναλυτικά.

Νομοθετούνται κατά τη διάρκεια ενός έτους τα μέτρα που περιγράφω παραπάνω. Έτσι στη φορολογική δήλωση που συντάσσει ο φορολογούμενος την άνοιξη του έτος 201Χ αναγράφει την πλήρη περιουσία του στις 31/12/201Χ-1. Δηλαδή του προηγούμενου έτους. Έστω ότι αυτή είναι ποσό Α. Σε αυτήν συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και τα διαθέσιμα του (μετρητά, καταθέσεις). Δεν θα γίνεται αποδεκτή δήλωση που θα αναφέρει υπέρογκα ποσά μετρητών αν αυτά δεν αποδεικνύονται με τραπεζικά έγγραφα. Κατά τη διάρκεια του έτους 201Χ αποκτά ο φορολογούμενος και δηλώνει στη φορολογική του δήλωση ποσό Ψ. Στη φορολογική δήλωση για το έτος 201Χ αναγράφει ξανά τη συνολική περιουσία του, η οποία δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ξεπερνά το ποσό Α+Ψ. Αν λοιπόν στο τέλος του έτους 201Χ υπάρχουν τραπεζικοί λογαριασμοί που περιλαμβάνουν αθροιστικά ποσά μεγαλύτερα από Α+Ψ σημαίνει ότι υπάρχουν αδήλωτα χρηματικά ποσά. Με αυτόν τον τρόπο έχουμε δηλαδή μια βελτιωμένη λειτουργία «πόθεν έσχες» για όλους. Χωρίς καμία εξαίρεση.

Όποιος φοροδιαφεύγει ή αποκτά παράνομα χρήματα έχει τις εξής δυνατότητες:

1)  Να τα φυλάσσει σε προσωπικό χώρο (θυρίδα, οικία κλπ). Το μειονέκτημα που έχει είναι η τεχνική αδυναμία να τα χρησιμοποιήσει για να απολαμβάνει καλύτερη ζωή ή για να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία αφού κατά τη χρησιμοποίηση τους θα εντοπισθεί η φοροδιαφυγή. Δεν μπορεί δηλαδή να αγοράσει νέο μεγαλύτερο σπίτι ή νέο καλύτερο αυτοκίνητο γιατί δεν μπορεί να επικαλεστεί που βρήκε τα χρήματα.

2)  Να τα διοχετεύσει στο εξωτερικό. Σήμερα υπάρχει συγκεκριμένη νομοθεσία για έλεγχο διακίνησης χρημάτων (Ν 2331/1995) και άρα δεν είναι εύκολη διαδικασία. Παρόλα αυτά αν καταφέρει και διοχετεύσει τα χρήματα στο εξωτερικό πάλι θα βρίσκεται σε δυσμενή θέση γιατί και πάλι δεν θα μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για να βελτιώσει το επίπεδο ζωής του.

Καταπολεμώντας τη φοροδιαφυγή με τον έλεγχο και της κινητής περιουσίας με έμφαση στα διαθέσιμα χρήματα αποκτούμε και ένα εργαλείο εντοπισμού θυλάκων διαφθοράς γιατί δυσκολεύονται όσοι εισπράττουν «γρηγορόσημο», «αδήλωτα χρήματα» να τα   χρησιμοποιήσουν. Σε όποιον τομέα εργασίας και αν απασχολούνται. Είτε στο δημόσιο ( φακελάκι), είτε στον ιδιωτικό (μαύρη αμοιβή).

Εκφράζονται απόψεις ότι μια τέτοια νομοθεσία θα αποτελούσε κίνητρο για μεταφορά καταθέσεων από τις Ελληνικές Τράπεζες σε τράπεζες του εξωτερικού.

Θεωρώ ότι όποιος είναι να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια το έπραξε ήδη, ενόψει του κινδύνου της «πτώχευσης» της χώρας. Η διακίνηση οικονομικών κεφαλαίων είναι ελεύθερη εδώ και πολλά έτη και η επιλογή της χώρας διατήρησης των τραπεζικών λογαριασμών επηρεάζεται από πολλές άλλες παραμέτρους, αλλά η κύρια είναι η δυνατότητα χρησιμοποίησης τους στη διαβίωση του ιδιοκτήτη τους.

Το αντεπιχείρημα όμως είναι ότι αν ο φοροφυγάς αποσύρει τα χρήματα από την Ελλάδα δεν θα μπορεί να απολαύσει τον παράνομο πλούτο του αφού δεν θα μπορεί να τον ξοδέψει. Και ποιος άραγε θα διακινδυνεύει να συλληφθεί παρανομώντας από τη στιγμή που δεν θα κερδίσει τίποτα και δεν θα ζει καλύτερα;

Το μόνο το οποίο μπορεί να κάνει ο φοροφυγάς είναι να μετακομίσει και ο ίδιος στο εξωτερικό αφού πρώτα έχει φοροδιαφύγει και αφού καταφέρει να μεταφέρει τα διαφυγόντα χρήματα στο εξωτερικό. Ποια όμως αναπτυγμένη χώρα θα του επιτρέψει να χρησιμοποιήσει περιουσία που δεν θα μπορεί να δικαιολογήσει πως την απέκτησε;

Το μέτρο αυτό ενισχύεται ακόμη περισσότερο και από τη νομοθεσία περί της υποχρεωτικής χρήσης (άρθρο 18 παρ. 2 του ΠΔ 186/92 ) -και στις λιανικές πωλήσεις και στις χονδρικές πωλήσεις -πιστωτικών καρτών και τραπεζικών συναλλαγών άνω ενός συγκεκριμένου ποσού.

Στο παρελθόν έγινε προσπάθεια υιοθέτησης του μέτρου. Συγκεκριμένα το 1992, υπήρξαν ωστόσο αντιδράσεις και το τότε Υπουργείο Οικονομικών οδηγήθηκε αναγκαστικά στο να μη ζητά αποδεικτικά για την απογραφή της πραγματικής περιουσίας, αλλά να αποδέχεται ότι ανέγραφε ο κάθε φορολογούμενος στη δήλωση του. Αποτέλεσμα ήταν να μην υπάρχει πραγματική απογραφή της συνολικής περιουσίας.

Οι απόψεις ότι η πλήρης κατάργηση των εξαιρέσεων του πόθεν έσχες επιβαρύνει τους οικονομικά αδύνατους, είναι η μεγαλύτερη ανακρίβεια.

Όποιος έχει φορολογηθεί για όλα τα εισοδήματά του, ακόμη και σε περίπτωση που αποφασίσει να «βοηθήσει τα παιδιά του» στην απόκτηση μιας κατοικίας, δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα απόδειξης του τρόπου απόκτησης των χρημάτων. Μείωση φόρων επιθυμεί και αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μείωση των συντελεστών και όχι με εξαίρεση από το πόθεν έσχες. Αντίθετα με την εξαίρεση διευκολύνεται ο φοροφυγάς.

Ο περιορισμός της χρήσης «μετρητών» είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Ας μελετήσουμε τι συμβαίνει στις χώρες που αναφερόμαστε όλοι όταν θέλουμε να μιλήσουμε για περιορισμένη φοροδιαφυγή.

Θεωρώ λοιπόν ότι σήμερα δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να αντιστεκόμαστε στην υιοθέτηση του συγκεκριμένου μέτρου.

Ήρθε η ώρα να αφαιρέσουμε το δικαίωμα της «απόλαυσης μιας καλύτερης ζωής» από αυτούς που συνειδητά κλέβουν τον πλούτο της κοινωνίας.

 

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΝΟΖΑΧΟΥ

Οικονομολόγος

Μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας της ΝΔ

 

Social Media

fb tw yt fkr

Facebook

Επικοινωνια

press2
Διαφήμιση